Εκείνο
το πρωί, όταν ξύπνησε ο Νέϊτ, το Αντίθετο κρεμόταν από το ταβάνι και τον
κοίταζε επίμονα. Κι από εκείνη τη στιγμή η μέρα του Νέϊτ ήρθε τα πάνω κάτω, με
τον πιο απίθανο τρόπο.
Της Μαρίνας Κελεσίδου
Όταν
το κοίταξε πρώτη φορά νόμιζε ότι τα μάτια του έκαναν κυριολεκτικά πουλάκια. Τα
έτριψε καλά-καλά και τα γούρλωσε προς το ταβάνι. Το κίτρινο πουλάκι με το
φούξια ράμφος και τις όρθιες τρίχες, όχι μόνο κρεμόταν στο ταβάνι αλλά έκανε
κωλοτούμπες και γυρνούσε στο αρχικό του σημείο. Ο Νέιτ παραξενεύτηκε. ΄Επειτα του
χαμογέλασε. ΄Ηταν πολύ διαφορετικό από τα πουλάκια που είχε δει στο πάρκο και στο
εξοχικό. ΄Εβγαζε και περίεργους θορύβους. Αντί να κάνει «τσίου-τσίου», κάθε
φορά που έκανε κωλοτούμπα έλεγε «ούιιιιιιιιιι» με τρόπο τσιριχτό.
«Μα
πρέπει οπωσδήποτε να το πιάσω και να το αφήσω να κάνει κωλοτούμπες στο χέρι
μου», σκέφτηκε ο Νέιτ. «Θα το πάρω μαζί μου να το δείξω στα άλλα παιδιά και θα
έχει πολύ πλάκα. Γιατί η Μαίρη έχει σκύλο και ο Τόνι γάτα; ΄Εγω θα έχω ένα
παράξενο πουλάκι που κάνει κωλοτούμπες και «ούιιιιιιιι-ούιιιιιι». Ενώ τα
κανονικά πουλιά δεν τα κάνουν αυτά!». Μα να το πιάσει μόνος του δε μπορούσε.
Ήταν ψηλά. ‘Ετρεξε γρήγορα στη μαμά του να την παρακαλέσει να τον βοηθήσει. Την
τράβηξε από το μανίκι και φώναζε.
«Μανούλα,
ένα κίτρινο ούιιιι-ούιιι, με κωλοτούμπες και φούξια στο ταβάνι…..το θέλω, το θέλω,
έλα να το πιάσεις να το βάλεις στο χέρι μου». Η μητέρα του δε κατάλαβε τίποτα απ’
όλα αυτά, αλλά πήγε στο δωμάτιο του με μεγάλη περιέργεια, να δει αυτό που
ενθουσίασε το γιο της. Κοίταξε ψηλά, εκεί που της έδειχνε ο Νέιτ, αλλά το μόνο
που έβλεπε ήταν το ταβάνι, σκέτο, με το φωτιστικό.
«Παιδί
μου τι καμώματα είναι αυτά; Δεν υπάρχει τίποτα στο ταβάνι. Τι έπαθες;» Ο Νέιτ
βέβαια συνέχιζε να δείχνει το ταβάνι και να φωνάζει τα ακαταλαβίστικά του. Θύμωνε
ακόμα περισσότερο δε που η μαμά του έκανε ότι δεν το έβλεπε.
«Νέιτ,
δεν τη γλιτώνεις. Εμπρός, ντύσου, πλύσου, να πιεις και το γάλα σου για να
φύγουμε», του είπε.
Μα
πως μπορούσε να μη την συναρπάζει το ούιιιιι-ούιιιι και να θέλει να κάνει ότι κάνει κάθε πρωί;
«Δεν
κάνω τίποτα. Δεν πάω πουθενά χωρίς το ούιιι-ούιιι» είπε ο Νέιτ και φυσικά η
μητέρα του νεύριασε.
«Νέιτ,
μη μουλαρώνεις. ΄Εχεις δέκα λεπτά να ντυθείς και να έρθεις στην κουζίνα».
Το
«ούιιι-ούιιι» έκανε μια κωλοτούμπα, τσίριξε, και πήρε φόρα για το κεφάλι της
μητέρας του. Στην αρχή ο Νέιτ τρόμαξε ότι θα της κάνει κακό. Ηρέμησε όμως όταν
το είδε να κάνει απλά κωλοτούμπες στο κεφάλι της. Αυτή όμως δε αντέδρασε. «Μα
τι στο καλό γίνεται;» Απόρησε ο Νέιτ. Και
ακριβώς τη στιγμή που η μαμά του κατευθυνόταν προς την πόρτα για να φύγει και
το «ούιιι-ούιιι» χοροπήδαγε πάνω από το κεφάλι της, έγινε το πρώτο θαύμα της
ημέρας. Ξαναγύρισε πίσω, χαμογέλασε στον Νέιτ και του είπε:
«Τώρα
που το ξανασκέφτομαι βέβαια, αφού το θέλεις τόσο πολύ, μπορείς να κάτσεις εδώ
και να μην κάνεις τίποτα». Ο Νέιτ ξαφνιάστηκε. Ανέβηκε στο κρεβάτι του και την
έβλεπε να φεύγει ενώ το «ούιιι-ούιιι» επέστρεψε στο ταβάνι. ΄Ηταν σίγουρος ότι
η μητέρα του, του έκανε πλάκα. Η ώρα περνούσε και ο Νέιτ περίμενε από στιγμή σε
στιγμή να μπει η μαμά του και να τον πάει σηκωτό στο μπάνιο. Το «ούιιι-ούιιιι» συνέχιζε
να χοροπηδά. Λίγο αργότερα, έχασε την υπομονή του και πήγε να την βρει αυτός.
Το «ούιι-ούιιι» τον ακολούθησε. Την πέτυχαν στην κουζίνα να μαγειρεύει και να
σιγοτραγουδά αμέριμνη. Το «ούιιι-ούιιι» πέταξε αμέσως πάνω στο κεφάλι της και
άρχισε τα κόλπα του πάλι.