(Γράφτηκε από τον Δημοσθένη )
έμπαιναν από το μικροσκοπικό παράθυρο. Χτυπούσαν τον καλόγερο
στα σκαλιστά του πόδια και τον φθαρμένο από τον καιρό κορμό του.
Έφτιαχναν μια σκιά που έγλειφε το ξύλινο πάτωμα και απλωνόταν ως
το αντικέ γραφείο μου. Καθισμένος στην πολυθρόνα μου, είχα στυλώσει
το βλέμμα στο καπέλο. Εκείνο αναπαυόταν στο ψηλότερο σημείο του
καλόγερου. Το φως μπέρδευε τη ματιά μου. Έβλεπα το καπέλο, πότε αμυδρά ,
πότε καθαρά. Κείνη τη στιγμή η αμυδρότητα της εικόνας του μ’ ενοχλούσε.
Δεν άλλαζα όμως κατεύθυνση στο βλέμμα. Επέμενα να κοιτάζω απέναντι ακόμα
κι όταν το φως μου τύφλωνε τα μάτια. Το καπέλο μου έφερνε στο νου στιγμές
ευτυχίας. Ήθελα να τις ξαναθυμηθώ. Έπρεπε να το ξαναφορέσω.







