(Γράφει και εικονογραφεί η Παναγιώτα)
Το δωμάτιο του ήταν γεμάτο από κάθε λογής αντικείμενα. Τόσο γεμάτο που θα έλεγε κανείς πως δεν ήταν παιδικό δωμάτιο αλλά πολυκατάστημα ή ακόμη και…παλαιοπωλείο! Μπάλες, σβούρες, πολύχρωμα φτερά, μπίλιες γυάλινες και σιδερένιες, χάντρες, γυάλινα μπουκάλια και γυαλιά, πέτρες, βότσαλα, υφάσματα, καπέλα, ξύλινες βέργες, και τόσα άλλα που έκαναν κάθε άνθρωπο που έμπαινε εκεί μέσα να απορεί αλλά και να θέλει να φύγει γιατί πολύ απλά δεν είχε που να καθίσει.
Ο Κωνσταντίνος ήταν δεινός ταξιδευτής. Είχε πάει σε μέρη μακρινά που ούτε οι πιο σπουδαίοι εξερευνητές δεν είχαν φτάσει! Είχε συναντήσει παράξενους ανθρώπους σε πολλούς άγνωστους τόπους χωρίς αυτό να σημαίνει πως έμπαινε συχνά σε αεροπλάνα, πλοία και τρένα.
Κάθε που ερχόταν το βράδυ και όλα τα παιδιά έκλειναν απαλά τα μάτια τους για να τους πάρει στην αγκαλιά του ο Μορφέας, ο ύπνος άνοιγε στον Κωνσταντίνο μια πόρτα και τα ταξίδια ξεκινούσαν. Το κρεβάτι του γινόταν πλοίο που σαλπάρει, το σώμα άφηνε την σκέψη να το πάει όπου θέλει και με διαβατήριο το γλυκό φιλί για καληνύχτα της μαμάς του, έφευγε για μέρη ονειρικά. Βρισκόταν ανάμεσα σε άπειρες επιλογές προορισμών και το σώμα του είχε πολλές δυνατότητες…Ήταν αόρατος, άλλοτε πετούσε, εμφανιζόταν-εξαφανιζόταν, και φυσικά συναντιόταν με ανθρώπους που γνώριζε, αλλά και άλλους που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του, με ζώα, με παράξενα πλάσματα και ότι άλλο είχε και δεν είχε ποτέ του φανταστεί. Ο χρόνος έμοιαζε να σταματά ή ακόμη και να δείχνει…ατέλειωτος. Μέχρι που ερχόταν το ξυπνητήρι να του θυμίσει πως ο χρόνος έχει αρχή και τέλος και πως εκείνη τη στιγμή ήταν η αρχή της ημέρας του. Κάθε όμως που ξυπνούσε, έβρισκε στο χέρι του και ένα αντικείμενο φερμένο από το μέρος που είχε βρεθεί.
Κάθε που ερχόταν το βράδυ και όλα τα παιδιά έκλειναν απαλά τα μάτια τους για να τους πάρει στην αγκαλιά του ο Μορφέας, ο ύπνος άνοιγε στον Κωνσταντίνο μια πόρτα και τα ταξίδια ξεκινούσαν. Το κρεβάτι του γινόταν πλοίο που σαλπάρει, το σώμα άφηνε την σκέψη να το πάει όπου θέλει και με διαβατήριο το γλυκό φιλί για καληνύχτα της μαμάς του, έφευγε για μέρη ονειρικά. Βρισκόταν ανάμεσα σε άπειρες επιλογές προορισμών και το σώμα του είχε πολλές δυνατότητες…Ήταν αόρατος, άλλοτε πετούσε, εμφανιζόταν-εξαφανιζόταν, και φυσικά συναντιόταν με ανθρώπους που γνώριζε, αλλά και άλλους που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του, με ζώα, με παράξενα πλάσματα και ότι άλλο είχε και δεν είχε ποτέ του φανταστεί. Ο χρόνος έμοιαζε να σταματά ή ακόμη και να δείχνει…ατέλειωτος. Μέχρι που ερχόταν το ξυπνητήρι να του θυμίσει πως ο χρόνος έχει αρχή και τέλος και πως εκείνη τη στιγμή ήταν η αρχή της ημέρας του. Κάθε όμως που ξυπνούσε, έβρισκε στο χέρι του και ένα αντικείμενο φερμένο από το μέρος που είχε βρεθεί.







