( Γράφτηκε από την Ελισσάβετ )
Το σπίτι μας είναι ένα διώροφο νεοκλασικό, που ορθώνει αρχοντικά
το ανάστημά του, παράταιρα, στη διασταύρωση δύο μικρών δρόμων.
Στο ισόγειο μένουν οι γονείς μου και γω. Από πάνω μένουν δύο
ανύπαντρες θείες, αδελφές του πατέρα. Αν προσθέσεις τις ηλικίες
των μεγάλων θα έχεις δυόμιση αιώνες ζωής. Προς μεγάλη μου
απογοήτευση, το σπίτι δεν έχει κήπο, μόνο μια μακρόστενη αυλή στο
πίσω μέρος. Ίσα – ίσα χώρος για να παίζω κουτσό. Στη σούδα αυτή
βλέπει η πόρτα της κουζίνας και το πλυσταριό. Στο βάθος της ξεκινά
μια σιδερένια στριφογυριστή «σκάλα υπηρεσίας» για τον πάνω όροφο.
Το χρώμα της έχει μαδήσει με τα χρόνια. Για μένα, όμως, είναι ένας
ανεξάντλητος κόσμος φαντασίας και παιχνιδιού. «Σταμάτα πια να
ανεβοκατεβαίνεις» φωνάζει η μητέρα, «θα πέσεις. Καλημέρα σας
κυρία Παπαδοπούλου» γλυκαίνει τη φωνή της, βλέποντας τη γειτόνισσα
ν΄ απλώνει τη μπουγάδα.